ίμερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἵμερος, Ἵμερος, Ίμερος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίμερος < αρχαία ελληνική ἵμερος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ίμερος αρσενικό

  1. η επιθυμία, ο πόθος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]