αβρόμιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβρόμιστος αβρόμιστη αβρόμιστο
γενική αβρόμιστου αβρόμιστης αβρόμιστου
αιτιατική αβρόμιστο αβρόμιστη αβρόμιστο
κλητική αβρόμιστε αβρόμιστη αβρόμιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβρόμιστοι αβρόμιστες αβρόμιστα
γενική αβρόμιστων αβρόμιστων αβρόμιστων
αιτιατική αβρόμιστους αβρόμιστες αβρόμιστα
κλητική αβρόμιστοι αβρόμιστες αβρόμιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβρόμιστος < α- + βρομίζω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβρόμιστος, -η, -ο

  1. που δεν έχει βρομίσει, δεν έχει λερωθεί
  2. (τρόφιμο) που δεν αναδύει άσχημη οσμή λόγω της αποσύνθεσης

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]