αγελαδίσιος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | αγελαδίσιος | η | αγελαδίσια | το | αγελαδίσιο |
| γενική | του | αγελαδίσιου | της | αγελαδίσιας | του | αγελαδίσιου |
| αιτιατική | τον | αγελαδίσιο | την | αγελαδίσια | το | αγελαδίσιο |
| κλητική | αγελαδίσιε | αγελαδίσια | αγελαδίσιο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | αγελαδίσιοι | οι | αγελαδίσιες | τα | αγελαδίσια |
| γενική | των | αγελαδίσιων | των | αγελαδίσιων | των | αγελαδίσιων |
| αιτιατική | τους | αγελαδίσιους | τις | αγελαδίσιες | τα | αγελαδίσια |
| κλητική | αγελαδίσιοι | αγελαδίσιες | αγελαδίσια | |||
| Προφέρεται με συνίζηση ως παροξύτονο. | ||||||
| ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ʝe.laˈði.sços/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γε‐λα‐δί‐σιος
Επίθετο
[επεξεργασία]αγελαδίσιος, -α, -ο
- (προφορικό) άλλη μορφή του αγελαδινός
Αυτό το τυρί είναι φτιαγμένο από αγελαδίσιο γάλα.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγελαδίσιος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγελαδινός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίσιος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)