αγελαδινός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγελαδινός αγελαδινή αγελαδινό
γενική αγελαδινού αγελαδινής αγελαδινού
αιτιατική αγελαδινό αγελαδινή αγελαδινό
κλητική αγελαδινέ αγελαδινή αγελαδινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγελαδινοί αγελαδινές αγελαδινά
γενική αγελαδινών αγελαδινών αγελαδινών
αιτιατική αγελαδινούς αγελαδινές αγελαδινά
κλητική αγελαδινοί αγελαδινές αγελαδινά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγελαδινός < αγελάδα + -ινός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγελαδινός -ή -όγελαδινός) και αγελαδίσιοςγελαδίσιος)

  1. που προέρχεται από αγελάδα
    αγελαδινό γάλα
  2. που σχετίζεται με αγελάδα
    αγελαδινό βλέμμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]