αγριόγατα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγριόγατα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγριόκατα < ελληνιστική κοινή ἀγριοκάττα.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε αγριό- + γάτα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγριόγατα θηλυκό και αγριόγατος (αρσενικό)
- (θηλαστικό ζώο) άγριο αιλουροειδές
- ※ 19ος/20ός αιώνας, Στέφανος Γρανίτσας, 1880-1915, Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου.
- Ο σιωπηλός λόγγος στοιχειώνει τον Φεβρουάριον από τον ερωτικόν σάλαγον των αγριόγατων.
- ※ 19ος/20ός αιώνας ⌘ Κωστής Παλαμάς, 1859‑1943, ποιητική συλλογή Ο δωδεκάλογος του Γύφτου (1907), Λόγος Ζ΄, Το πανηγύρι της Κακάβας, @greek-language.gr, Κ' έχω από σας δόξα να ζητήσω, εκδόσεις: Ερμής, 2001, ISBN 9789603201281, @google.gr/books
- Με το γλίστρημα φύγαμε των αγριόγατων,
και με της νυχτερίδας το παράδαρμα,
και με τη γληγοράδα της ακρίδας , […]
- Με το γλίστρημα φύγαμε των αγριόγατων,
- ※ 19ος/20ός αιώνας, Στέφανος Γρανίτσας, 1880-1915, Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου.
- (μεταφορικά) άτομο με επιθετική ή αντικοινωνική συμπεριφορά
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
αγριόγατα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγριόγατα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αρθρίτιδα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αγριό- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Θηλαστικά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Παλαμά (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)