αγωνιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγωνιστικός η αγωνιστική το αγωνιστικό
      γενική του αγωνιστικού της αγωνιστικής του αγωνιστικού
    αιτιατική τον αγωνιστικό την αγωνιστική το αγωνιστικό
     κλητική αγωνιστικέ αγωνιστική αγωνιστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγωνιστικοί οι αγωνιστικές τα αγωνιστικά
      γενική των αγωνιστικών των αγωνιστικών των αγωνιστικών
    αιτιατική τους αγωνιστικούς τις αγωνιστικές τα αγωνιστικά
     κλητική αγωνιστικοί αγωνιστικές αγωνιστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγωνιστικός < αρχαία ελληνική ἀγωνιστικός < ἀγωνιστής

Επίθετο[επεξεργασία]

αγωνιστικός, -ή, ό

  1. που χρησιμοποιείται σε αγώνες
    αγωνιστικό αυτοκίνητο
  2. που έχει έφεση στο να αγωνίζεται
    αγωνιστικό πνεύμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]