αδίδακτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αδίδακτος αδίδακτη αδίδακτο
γενική αδίδακτου αδίδακτης αδίδακτου
αιτιατική αδίδακτο αδίδακτη αδίδακτο
κλητική αδίδακτε αδίδακτη αδίδακτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδίδακτοι αδίδακτες αδίδακτα
γενική αδίδακτων αδίδακτων αδίδακτων
αιτιατική αδίδακτους αδίδακτες αδίδακτα
κλητική αδίδακτοι αδίδακτες αδίδακτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδίδακτος < αρχαία ελληνική ἀδίδακτος < ἀ- + διδάσκω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδίδακτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει διδαχτεί
    η αδίδακτη ύλη των μαθημάτων δεν εξετάζεται

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]