αδολέσχης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αδολέσχης αδολέσχες
γενική αδολέσχη αδολεσχών
αιτιατική αδολέσχη αδολέσχες
κλητική αδολέσχη αδολέσχες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδολέσχης < αρχαία ελληνική ἀδολέσχης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αδολέσχης αρσενικό

  1. (λόγιο) που μιλάει πολύ.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]