αεριοποιητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αεριοποιητής οι αεριοποιητές
      γενική του αεριοποιητή των αεριοποιητών
    αιτιατική τον αεριοποιητή τους αεριοποιητές
     κλητική αεριοποιητή αεριοποιητές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεριοποιητής < αεριοποιώ + -τής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αεριοποιητής αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]