αεροκαθαριστήρας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεροκαθαριστήρας αεροκαθαριστήρες
γενική αεροκαθαριστήρα αεροκαθαριστήρων
αιτιατική αεροκαθαριστήρα αεροκαθαριστήρες
κλητική αεροκαθαριστήρα αεροκαθαριστήρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεροκαθαριστήρας < αέρας + -ο- + καθαριστήρας (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική air cleaner)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αεροκαθαριστήρας αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]