αιμάτωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιμάτωμα αιματώματα
γενική αιματώματος αιματωμάτων
αιτιατική αιμάτωμα αιματώματα
κλητική αιμάτωμα αιματώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμάτωμα < αρχαία ελληνική αἱμάτωμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈma.tɔ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιμάτωμα ουδέτερο

  1. συλλογή αίματος που προέρχεται από εσωτερική αιμορραγία και είναι πολλές φορές ορατό σαν σημάδι κάτω από το δέρμα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]