αιμορροϊκός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : αἱμορροϊκός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αιμορροϊκός αιμορροϊκή αιμορροϊκό
γενική αιμορροϊκού αιμορροϊκής αιμορροϊκού
αιτιατική αιμορροϊκό αιμορροϊκή αιμορροϊκό
κλητική αιμορροϊκέ αιμορροϊκή αιμορροϊκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αιμορροϊκοί αιμορροϊκές αιμορροϊκά
γενική αιμορροϊκών αιμορροϊκών αιμορροϊκών
αιτιατική αιμορροϊκούς αιμορροϊκές αιμορροϊκά
κλητική αιμορροϊκοί αιμορροϊκές αιμορροϊκά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμορροϊκός < ελληνιστική κοινή αἱμορροϊκός < αρχαία ελληνική αἷμα + ῥέω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αιμορροϊκός, -ή, -ό

  • (ιατρική) που έχει σχέση με την αιμόρροια, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
    Σε «αιμορροϊκό σοκ από τραύμα στο δεξιό επικάρπιο», όπως μνημονεύεται στην ιατροδικαστική έκθεση, αποδίδεται ο θάνατος του 20χρονου σπουδαστή. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]