αιμόλυση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αιμόλυση οι αιμολύσεις
      γενική της αιμόλυσης
αιμολύσεως*
των αιμολύσεων
    αιτιατική την αιμόλυση τις αιμολύσεις
     κλητική αιμόλυση αιμολύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμόλυση < γαλλική hémolyse < αρχαία ελληνική αἷμα + λύσις

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /eˈmo.li.si/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιμόλυση θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]