ακατανοησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακατανοησία ακατανοησίες
γενική ακατανοησίας ακατανοησιών
αιτιατική ακατανοησία ακατανοησίες
κλητική ακατανοησία ακατανοησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακατανοησία < ακατανόητος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακατανοησία θηλυκό (ο πληθυντικός αδόκιμος)

  1. ενέργεια η φράση που είναι ακατανόητη (κατά το ασυναρτησία και το ανοησία) , το ακατάληπτο
  2. έλλειψη κατανόησης προς τους άλλους, απονιά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]