ακατάληπτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀκατάληπτος, ακατάλυτος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακατάληπτος ακατάληπτη ακατάληπτο
γενική ακατάληπτου ακατάληπτης ακατάληπτου
αιτιατική ακατάληπτο ακατάληπτη ακατάληπτο
κλητική ακατάληπτε ακατάληπτη ακατάληπτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακατάληπτοι ακατάληπτες ακατάληπτα
γενική ακατάληπτων ακατάληπτων ακατάληπτων
αιτιατική ακατάληπτους ακατάληπτες ακατάληπτα
κλητική ακατάληπτοι ακατάληπτες ακατάληπτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακατάληπτος < ελληνιστική κοινή ἀκατάληπτος (ίδια σημασία) < αρχαία ελληνική τζουναφαληπτος < ἀ- + καταληπτός < καταλαμβάνω < κατά + λαμβάνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακατάληπτος, -η, -ο

  • που δεν μπορείς να τον καταλάβεις
    μιλούσε σε μια ακατάληπτη γλώσσα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]