ακηδής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακηδής ακηδής ακηδές
γενική ακηδούς ακηδούς ακηδούς
αιτιατική ακηδή ακηδή ακηδές
κλητική ακηδή(ς) ακηδής ακηδές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακηδείς ακηδείς ακηδή
γενική ακηδών ακηδών ακηδών
αιτιατική ακηδείς ακηδείς ακηδή
κλητική ακηδείς ακηδείς ακηδή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακηδής < αρχαία ελληνική ἀκηδής < ἀ- + κῆδος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακηδής, -ής, -ές

(λόγιο)
  1. αμέριμνος, ξέγνοιαστος
  2. αμελής, αδιάφορος
  3. οκνός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]