αμελής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμελής αμελής αμελές
γενική αμελούς αμελούς αμελούς
αιτιατική αμελή αμελή αμελές
κλητική αμελή(ς) αμελής αμελές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμελείς αμελείς αμελή
γενική αμελών αμελών αμελών
αιτιατική αμελείς αμελείς αμελή
κλητική αμελείς αμελείς αμελή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμελής < αρχαία ελληνική ἀμελής < ἀ- στερητικό + μέλω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμελής

  1. αυτός που δεν ενδιαφέρεται για κάτι που νοείται ως υποχρέωσή του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]