ακροαματικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακροαματικότητα ακροαματικότητες
γενική ακροαματικότητας ακροαματικοτήτων
αιτιατική ακροαματικότητα ακροαματικότητες
κλητική ακροαματικότητα ακροαματικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροαματικότητα < ακροαματικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακροαματικότητα θηλυκό

  1. το μέγεθος του ενδιαφέροντος που προκαλεί στο σύνολο των ακροατών μια συγκεκριμένη εκπομπή λόγου ή μουσικής ή το όλο πρόγραμμα ενός ραδιοφωνικού σταθμού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]