αλλοπρόσαλλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αλλοπρόσαλλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀλλοπρόσαλλος < ἄλλο τε προς ἄλλον
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.loˈpɾo.sa.los/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αλ‐λο‐πρό‐σαλ‐λος
Επίθετο
[επεξεργασία]αλλοπρόσαλλος, -η, -ο
- (για άνθρωπο) ασταθής στις ιδέες του και τη συμπεριφορά του, σε σημείο που οι άλλοι να μην ξέρουν πώς να αντιδράσουν και πώς να φερθούν μαζί του
Ο προϊστάμενός μας ήταν ένας αλλοπρόσαλλος άνθρωπος· κανείς μας δεν ήξερε πώς θα μας συμπεριφερόταν ή πώς να του συμπεριφερθούμε εμείς.- ≈ συνώνυμα: άστατος, παρτσακλός, παλίμβουλος, ασυνάρτητος, περίεργος
- άστατος, ευμετάβολος, που δεν είναι σταθερός
αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αλλοπρόσαλλα (επίρρημα)
- αλλοπροσαλλισμός
→ και δείτε τη λέξη άλλος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αλλοπρόσαλλος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αλλοπρόσαλλος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- αλλοπρόσαλλος - Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)