Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλλοπρόσαλλος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀλλοπρόσαλλος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλλοπρόσαλλος η αλλοπρόσαλλη το αλλοπρόσαλλο
      γενική του αλλοπρόσαλλου της αλλοπρόσαλλης του αλλοπρόσαλλου
    αιτιατική τον αλλοπρόσαλλο την αλλοπρόσαλλη το αλλοπρόσαλλο
     κλητική αλλοπρόσαλλε αλλοπρόσαλλη αλλοπρόσαλλο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλλοπρόσαλλοι οι αλλοπρόσαλλες τα αλλοπρόσαλλα
      γενική των αλλοπρόσαλλων των αλλοπρόσαλλων των αλλοπρόσαλλων
    αιτιατική τους αλλοπρόσαλλους τις αλλοπρόσαλλες τα αλλοπρόσαλλα
     κλητική αλλοπρόσαλλοι αλλοπρόσαλλες αλλοπρόσαλλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλλοπρόσαλλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀλλοπρόσαλλος < ἄλλο τε προς ἄλλον

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.loˈpɾo.sa.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αλλοπρόσαλλος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αλλοπρόσαλλος, -η, -ο

  1. (για άνθρωπο) ασταθής στις ιδέες του και τη συμπεριφορά του, σε σημείο που οι άλλοι να μην ξέρουν πώς να αντιδράσουν και πώς να φερθούν μαζί του
    παράδειγμα  Ο προϊστάμενός μας ήταν ένας αλλοπρόσαλλος άνθρωπος· κανείς μας δεν ήξερε πώς θα μας συμπεριφερόταν ή πώς να του συμπεριφερθούμε εμείς.
     συνώνυμα: άστατος, παρτσακλός, παλίμβουλος, ασυνάρτητος, περίεργος
  2. άστατος, ευμετάβολος, που δεν είναι σταθερός
    παράδειγμα  αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη άλλος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]