αλλοτριοφαγία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλλοτριοφαγία αλλοτριοφαγίες
γενική αλλοτριοφαγίας αλλοτριοφαγιών
αιτιατική αλλοτριοφαγία αλλοτριοφαγίες
κλητική αλλοτριοφαγία αλλοτριοφαγίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλλοτριοφαγία < αρχαία ελληνική ἀλλοτριοφαγία < ἀλλότριος + -ο- + -φαγία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλλοτριοφαγία θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) το να τρώει κάποιος κάτι που δεν του ανήκει
  2. (κατ’ επέκταση) το να παίρνει στην κατοχή του κάποιος ξένα πράγματα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ιδιοποίηση, οικειοποίηση, σφετερισμός
  3. (ιατρική) το να θέλει κάποιος να φάει πράγματα που δεν τρώγονται (π.χ. πέτρες, χώμα κ.λπ.)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]