αλμπίνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλμπίνος αλμπίνοι
γενική αλμπίνου αλμπίνων
αιτιατική αλμπίνο αλμπίνους
κλητική αλμπίνε αλμπίνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλμπίνος < ισπανική albinos < λατινική albus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλμπίνος αρσενικό

  • άτομο ή ζώο που πάσχει από έλλειψη της χρωστικής στο δέρμα, στα μάτια και στο τρίχωμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]