αλμπίνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλμπίνος οι αλμπίνοι
      γενική του αλμπίνου των αλμπίνων
    αιτιατική τον αλμπίνο τους αλμπίνους
     κλητική αλμπίνε αλμπίνοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλμπίνος < ισπανική albino < λατινική albus (λευκός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλμπίνος αρσενικό (θηλυκό: αλμπίνα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]