αμαγείρευτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμαγείρευτος αμαγείρευτη αμαγείρευτο
γενική αμαγείρευτου αμαγείρευτης αμαγείρευτου
αιτιατική αμαγείρευτο αμαγείρευτη αμαγείρευτο
κλητική αμαγείρευτε αμαγείρευτη αμαγείρευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμαγείρευτοι αμαγείρευτες αμαγείρευτα
γενική αμαγείρευτων αμαγείρευτων αμαγείρευτων
αιτιατική αμαγείρευτους αμαγείρευτες αμαγείρευτα
κλητική αμαγείρευτοι αμαγείρευτες αμαγείρευτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμαγείρευτος < α- + μαγειρευτός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ma.ˈɣi.ɾɛf.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμαγείρευτος -η -ο

  1. που δεν έχει μαγειρευτεί


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]