αμειβόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμειβόμενος αμειβόμενη αμειβόμενο
γενική αμειβόμενου αμειβόμενης αμειβόμενου
αιτιατική αμειβόμενο αμειβόμενη αμειβόμενο
κλητική αμειβόμενε αμειβόμενη αμειβόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμειβόμενοι αμειβόμενες αμειβόμενα
γενική αμειβόμενων αμειβόμενων αμειβόμενων
αιτιατική αμειβόμενους αμειβόμενες αμειβόμενα
κλητική αμειβόμενοι αμειβόμενες αμειβόμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμειβόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αμείβω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αμειβόμενος, -η, -ο

  1. που αμείβεται, που παίρνει αμοιβή
    η ρύθμιση πλήττει τους χειρότερα αμειβόμενους εργαζόμενους
  2. που γίνεται έναντι αμοιβής
    κάθε εισόδημα που προέρχεται από αμειβόμενη εργασία υπόκειται σε φορολόγηση
    υποστηρίζουμε την εθελοντική, μη αμειβόμενη αιμοδοσία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]