αναληπτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αναληπτικός αναληπτική αναληπτικό
γενική αναληπτικού αναληπτικής αναληπτικού
αιτιατική αναληπτικό αναληπτική αναληπτικό
κλητική αναληπτικέ αναληπτική αναληπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναληπτικοί αναληπτικές αναληπτικά
γενική αναληπτικών αναληπτικών αναληπτικών
αιτιατική αναληπτικούς αναληπτικές αναληπτικά
κλητική αναληπτικοί αναληπτικές αναληπτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναληπτικός < ἀναληπτικός στην καθαρεύουσα από το γαλλικό analeptique < από την ελληνιστική κοινή ἀναληπτικός (για να αναλάβει ο ασθενής της δυνάμεις του) < ἀναλαμβάνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναληπτικός

  1. που σχετίζεται με την ανάληψη χρημάτων από τράπεζα
    αναληπτική κάρτα
  2. χαρακτηρισμός φαρμάκων που διεγείρουν το κέντρο της αναπνοής σε πολύ σοβαρές καρδιαναπνευστικές κρίσεις (τα αναληπτικά και ως ουσιαστικό για τη συγκεκριμένη κατηγορία σκευασμάτων)
  3. (παρωχημένο) που τονώνει την υγεία, με την έννοια ότι βοηθά τον ασθενή να αναλάβει δυνάμεις


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]