ανασυγκροτημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανασυγκροτημένος ανασυγκροτημένη ανασυγκροτημένο
γενική ανασυγκροτημένου ανασυγκροτημένης ανασυγκροτημένου
αιτιατική ανασυγκροτημένο ανασυγκροτημένη ανασυγκροτημένο
κλητική ανασυγκροτημένε ανασυγκροτημένη ανασυγκροτημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανασυγκροτημένοι ανασυγκροτημένες ανασυγκροτημένα
γενική ανασυγκροτημένων ανασυγκροτημένων ανασυγκροτημένων
αιτιατική ανασυγκροτημένους ανασυγκροτημένες ανασυγκροτημένα
κλητική ανασυγκροτημένοι ανασυγκροτημένες ανασυγκροτημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανασυγκροτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανασυγκροτώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ανασυγκροτημένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: ανασυγκροτώ


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]