ανατέμνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀνατέμνω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανατέμνω < αρχαία ελληνική ἀνατέμνω < ἀνά + τέμνω (3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική disséquer)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανατέμνω

  1. (λόγιο) (παρωχημένο) χαράσσω, κόβω
  2. (λόγιο) κόβω κάποιο σώμα ή κάνω τομές σ' αυτό για ιατρικούς σκοπούς
  3. (λόγιο) (μεταφορικά) αναλύω κάτι προσεκτικά και το εξετάζω λεπτομερώς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]