αντιτορπιλικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αντιτορπιλικό τα αντιτορπιλικά
      γενική του αντιτορπιλικού των αντιτορπιλικών
    αιτιατική το αντιτορπιλικό τα αντιτορπιλικά
     κλητική αντιτορπιλικό αντιτορπιλικά
όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιτορπιλικό < ουδέτερο του αντιτορπιλικός < αντι- + τορπίλη < γαλλική torpille < αγγλική torpedo < λατινική torpedo < torpeo < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ster (σκληρός, δύσκαμπτος) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική contre-torpilleur)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιτορπιλικό ουδέτερο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιτορπιλικό