ανυφαντής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανυφαντής ανυφαντές
γενική ανυφαντή ανυφαντών
αιτιατική ανυφαντή ανυφαντές
κλητική ανυφαντή ανυφαντές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανυφαντής < ελληνιστική κοινή ἀνυφάντης < αρχαία ελληνική ἀνυφαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανυφαντής αρσενικό (θηλυκό: ανυφάντρια & ανυφάντρα)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]