ανυψωτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανυψωτής ανυψωτές
γενική ανυψωτή ανυψωτών
αιτιατική ανυψωτή ανυψωτές
κλητική ανυψωτή ανυψωτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανυψωτής < ανυψώνω + -τής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανυψωτής αρσενικό

  1. (κυριολεκτικά) α)πρόσωπο ή β)μηχάνημα που ανυψώνει διάφορα πράγματα
    β)Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : ανυψωτήρας
  2. (μεταφορικά) αυτός που εξυψώνει κάποιον (σε ηθικό, πνευματικό ή άλλο επίπεδο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]