αποκομματικοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποκομματικοποιημένος αποκομματικοποιημένη αποκομματικοποιημένο
γενική αποκομματικοποιημένου αποκομματικοποιημένης αποκομματικοποιημένου
αιτιατική αποκομματικοποιημένο αποκομματικοποιημένη αποκομματικοποιημένο
κλητική αποκομματικοποιημένε αποκομματικοποιημένη αποκομματικοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποκομματικοποιημένοι αποκομματικοποιημένες αποκομματικοποιημένα
γενική αποκομματικοποιημένων αποκομματικοποιημένων αποκομματικοποιημένων
αιτιατική αποκομματικοποιημένους αποκομματικοποιημένες αποκομματικοποιημένα
κλητική αποκομματικοποιημένοι αποκομματικοποιημένες αποκομματικοποιημένα

Μετοχή[επεξεργασία]

αποκομματικοποιημένος





Μεταφράσεις[επεξεργασία]