ασυνέχεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασυνέχεια ασυνέχειες
γενική ασυνέχειας ασυνεχειών
αιτιατική ασυνέχεια ασυνέχειες
κλητική ασυνέχεια ασυνέχειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυνέχεια < ασυνεχής + -εία < ελληνιστική κοινή ἀσυνεχής < ἀ- + αρχαία ελληνική συνεχής < συνέχω < σύν + ἔχω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.si.'nε.xi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασυνέχεια θηλυκό

  1. η έλλειψη συνέχειας, τοπικής ή χρονικής
    αντώνυμα: συνέχεια, αλληλουχία, διαδοχή
  2. (μαθηματικά)
  3. (φιλοσοφία)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]