ατσεκούρωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατσεκούρωτος ατσεκούρωτη ατσεκούρωτο
γενική ατσεκούρωτου ατσεκούρωτης ατσεκούρωτου
αιτιατική ατσεκούρωτο ατσεκούρωτη ατσεκούρωτο
κλητική ατσεκούρωτε ατσεκούρωτη ατσεκούρωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατσεκούρωτοι ατσεκούρωτες ατσεκούρωτα
γενική ατσεκούρωτων ατσεκούρωτων ατσεκούρωτων
αιτιατική ατσεκούρωτους ατσεκούρωτες ατσεκούρωτα
κλητική ατσεκούρωτοι ατσεκούρωτες ατσεκούρωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατσεκούρωτος < α- + τσεκουρώνω + -τος < τσεκούρι < μεσαιωνική ελληνική τσεκούριον < ελληνιστική κοινή σεκούριον < λατινική securis < seco (κόβω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sek- (κόβω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ατσεκούρωτος, -η, -ο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]