αυταπάτη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυταπάτη < αυτ- (< αυτο-) + απάτη (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-deception)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυταπάτη θηλυκό

  1. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος παραπλανά (απατά) τον ίδιο του τον εαυτό με το να αποδέχεται ως αληθινό κάτι που δεν είναι, επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να αντιληφθεί την πραγματικότητα


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]