αυτιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτιστικός αυτιστική αυτιστικό
γενική αυτιστικού αυτιστικής αυτιστικού
αιτιατική αυτιστικό αυτιστική αυτιστικό
κλητική αυτιστικέ αυτιστική αυτιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτιστικοί αυτιστικές αυτιστικά
γενική αυτιστικών αυτιστικών αυτιστικών
αιτιατική αυτιστικούς αυτιστικές αυτιστικά
κλητική αυτιστικοί αυτιστικές αυτιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτιστικός < αυτισμός + -ιστικός (μεταφραστικό δάνειο από την γερμανική autistisch)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτιστικός, -ή, -ό

  • που έχει σχέση με τον αυτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτιστικός αρσενικό (θηλυκό: αυτιστική· ουδέτερο: αυτιστικό)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]