αυτισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αυτισμός οι αυτισμοί
      γενική του αυτισμού των αυτισμών
    αιτιατική τον αυτισμό τους αυτισμούς
     κλητική αυτισμέ αυτισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Autismus < αρχαία ελληνική αὐτός + -ismus (-ισμός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτισμός αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]