αφανισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αφανισμός αφανισμοί
γενική αφανισμού αφανισμών
αιτιατική αφανισμό αφανισμούς
κλητική αφανισμέ αφανισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφανισμός < ελληνιστική κοινή ἀφανισμός < αρχαία ελληνική ἀφανίζω < ἀφανής + -ίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αφανισμός αρσενικό

  1. το αποτέλεσμα του ρήματος αφανίζω, η πλήρης εξάλειψη ή εξόντωση ανθρώπων, πολιτισμών κλπ


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]