αφοδράριστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αφοδράριστος αφοδράριστη αφοδράριστο
γενική αφοδράριστου αφοδράριστης αφοδράριστου
αιτιατική αφοδράριστο αφοδράριστη αφοδράριστο
κλητική αφοδράριστε αφοδράριστη αφοδράριστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφοδράριστοι αφοδράριστες αφοδράριστα
γενική αφοδράριστων αφοδράριστων αφοδράριστων
αιτιατική αφοδράριστους αφοδράριστες αφοδράριστα
κλητική αφοδράριστοι αφοδράριστες αφοδράριστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφοδράριστος < α- + φορδαρισ- από φοδράρω + -τος < βενετική fodrar < fodra < πρωτογερμανικά *fōdrą < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peh₂- (προστατεύω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αφοδράριστος, -η, -ο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]