Μετάβαση στο περιεχόμενο

αχινός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Αχινός, ἀχινός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αχινός οι αχινοί
      γενική του αχινού των αχινών
    αιτιατική τον αχινό τους αχινούς
     κλητική αχινέ αχινοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
αχινός

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αχινός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀχινός < αρχαία ελληνική ἐχῖνος με τροπή [e > a] από συμπροφορά με αόριστο άρθρο στην αιτική (/éna eçíno > énacíno> ena acíno/) και ανασυλλυλαβισμό. Επίσης με μετακίνηση τόνου. Συγκρίνετε με το λόγιο εχίνος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.çiˈnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αχινός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αχινός αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]