αὖλαξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αύλαξ

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική αὖλαξ αὔλακε αὔλακες
Γενική αὔλακος αὐλάκοιν αὐλάκων
Δοτική αὔλακι αὐλάκοιν αὔλαξι(ν)
Αιτιατική αὔλακα αὔλακε αὔλακας
Κλητική αὖλαξ αὔλακε αὔλακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αὖλαξ < ομόρριζο των ἕλκω, ὁλκός, ὁλκή καθώς και με τις λέξεις ἄλοξ και ὤλξ ή ὦλξ , καθώς και με το δωρικό τύπο ὦλαξ (και με ψιλή και με δασεία), με τους οποίους σχεδόν ταυτίζεται εννοιολογικά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αὖλαξ αρσενικό (αὔλᾰκος)

  1. αυλάκι
    βόε... ἐρίσαντε ἐν αὔλακι
    ἀρότρῳ ἀναρρηγνύντες αὖλακας
  2. (μεταφορικά) γυναίκα, σύζυγος
    ὦ Θήβαισιν εὐίπποις ἄναξ, μὴ σπεῖρε τέκνων ἄλοκα δαιμόνων βίᾳ: εἰ γὰρ τεκνώσεις παῖδ᾽, ἀποκτενεῖ σ᾽ ὁ φύς (άρχοντα της Θήβας, που είναι ξακουστή για τα άλογά της, μη σπείρεις σε γυναίκα παιδιά ενάντια στους θεούς, γιατί αν αποκτήσεις γιο, αυτός που θα φυτρώσει θα σε σκοτώσει)
  3. (μεταφορικά) τραύμα, βαθύτερο από γρατσουνιά
    πρέπει παρηὶς φοινίοις ἀμυγμοῖς ὄνυχος ἄλοκι νεοτόμῳ (φαίνονται ολοκάθαρα στα μάγουλά μου τα ματωμένα αυλάκια που έσκαψα μόλις τώρα με τα νύχια μου


Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]