Μετάβαση στο περιεχόμενο

βαρόνος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαρόνος οι βαρόνοι
      γενική του βαρόνου των βαρόνων
    αιτιατική τον βαρόνο τους βαρόνους
     κλητική βαρόνε βαρόνοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βαρόνος (μαρτυρείται από το 1782)[1] γραφή που πρότεινε ο Αδαμάντιος Κοραής (Άτακτα, Τόμος 5, στο λήμμα εὐγενής) < λόγιο δάνειο από την ιταλική baron(e) + -ος ή από τη γαλλική baron[2][3] < παλαιά γαλλική baron < μεσαιωνική λατινική (απ' όπου και οι μεσαιωνικοί τύποι πληθυντικού βάρωνες, βαρόνιοι)[4] < φραγκική *barō (άνδρας, πολεμιστής) < δυτική πρωτογερμανική *barô < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰer- (φέρω, μεταφέρω). Κατ' άλλη εκδοχή, κελτικής προέλευσης .[5]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βαρόνος αρσενικό (θηλυκό βαρόνη)

  1. (παρωχημένη σημασία, ιστορία, αξίωμα) κατώτερος τίτλος ευγενείας
  2. (μεταφορικά) κάποιος με μεγάλη δύναμη που ελέγχει έναν τομέα, π.χ. του υποκόσμου
    παράδειγμα  οι βαρόνοι της κοκαΐνης

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ βαρόνος, σελ.204, Τόμος Α΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)
    Με σημείωση ότι είναι η γραφή που προτείνει ο Κοραής
  2. ↑ βαρόνος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. ↑ βαρόνος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  4. ↑ βαρόνος - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  5. ↑ baron στο αγγλικό Βικιλεξικό