βιοηλεκτρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βιοηλεκτρισμός οι βιοηλεκτρισμοί
      γενική του βιοηλεκτρισμού των βιοηλεκτρισμών
    αιτιατική τον βιοηλεκτρισμό τους βιοηλεκτρισμούς
     κλητική βιοηλεκτρισμέ βιοηλεκτρισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιοηλεκτρισμός < βιο- + ηλεκτρισμός (1.(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική bioelectricity)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιοηλεκτρισμός αρσενικό

  1. (νεολογισμός) (βιολογία) (φυσική) ηλεκτρικά σήματα ή κύκλωμα που δημιουργείται σ’ έναν οργανισμό (π.χ. στους νευρώνες, τους μυς κ.α.)
  2. (νεολογισμός) η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε μονάδες βιολογικού καθαρισμού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]