βιτριόλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιτριόλι βιτριόλια
γενική βιτριολιού βιτριολιών
αιτιατική βιτριόλι βιτριόλια
κλητική βιτριόλι βιτριόλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιτριόλι < γαλλική vitriol < λατινική vitriolum < vitrum < πρωτοϊταλικά *wedro (γυαλί) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wed-ro- (σαν νερό) < *wódr̥ (νερό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιτριόλι ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]