βραδύγλωσσος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βραδύγλωσσος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βραδύγλωσσος[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε βραδύ- + -γλωσσος.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vɾaˈði.ɣlo.sos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βρα‐δύ‐γλωσ‐σος
Επίθετο
[επεξεργασία]βραδύγλωσσος, -η, -ο
- αυτός που μιλάει βραδέως, αργά, σιγά
- (ιατρική) αυτός που πάσχει από βραδυγλωσσία· που μιλάει αργά, δυσκολεύεται και μπερδεύεται στην άρθρωση των λέξεων και δεν μπορεί να το ελέγξει
- → δείτε τραυλός
- (ουσιαστικοποιημένο) άτομο που μιλάει βραδέως και συνεπώς λίγο, αργός ομιλητής
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βραδύγλωσσος
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βραδύγλωσσος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ βραδύγλωσσος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βραδύγλωσσος < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]βραδύγλωσσος
- βραδύγλωσσος
- ※ εἶπε δὲ Μωυσῆς πρὸς Κύριον· δέομαι, Κύριε, οὐχ ἱκανός εἰμι πρὸ τῆς χθές, οὐδὲ πρὸ τῆς τρίτης ἡμέρας, οὐδὲ ἀφ᾿ οὗ ἤρξω λαλεῖν τῷ θεράποντί σου· ἰσχνόφωνος καὶ βραδύγλωσσος ἐγώ εἰμι. εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν· τίς ἔδωκε στόμα ἀνθρώπῳ, καὶ τίς ἐποίησε δύσκωφον καὶ κωφόν, βλέποντα καὶ τυφλόν; οὐκ ἐγὼ ὁ Θεός; καὶ νῦν πορεύου, καὶ ἐγὼ ἀνοίξω τὸ στόμα σου, καὶ συμβιβάσω σε, ὃ μέλλεις λαλῆσαι. (Έξοδος, Παλαιά Διαθήκη, Μετάφραση των εβδομήκοντα, Κεφάλαιον Δ', στίχ. 10)
Πηγές
[επεξεργασία]- βραδύγλωσσος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα βραδύ- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -γλωσσος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)