Μετάβαση στο περιεχόμενο

βραδύγλωσσος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βραδύγλωσσος η βραδύγλωσση το βραδύγλωσσο
      γενική του βραδύγλωσσου της βραδύγλωσσης του βραδύγλωσσου
    αιτιατική τον βραδύγλωσσο τη βραδύγλωσση το βραδύγλωσσο
     κλητική βραδύγλωσσε βραδύγλωσση βραδύγλωσσο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βραδύγλωσσοι οι βραδύγλωσσες τα βραδύγλωσσα
      γενική των βραδύγλωσσων των βραδύγλωσσων των βραδύγλωσσων
    αιτιατική τους βραδύγλωσσους τις βραδύγλωσσες τα βραδύγλωσσα
     κλητική βραδύγλωσσοι βραδύγλωσσες βραδύγλωσσα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βραδύγλωσσος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βραδύγλωσσος[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε βραδύ- + -γλωσσος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vɾaˈði.ɣlo.sos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βραδύγλωσσος

Επίθετο

[επεξεργασία]

βραδύγλωσσος, -η, -ο

  1. αυτός που μιλάει βραδέως, αργά, σιγά
  2. (ιατρική) αυτός που πάσχει από βραδυγλωσσία· που μιλάει αργά, δυσκολεύεται και μπερδεύεται στην άρθρωση των λέξεων και δεν μπορεί να το ελέγξει
     δείτε τραυλός
  3. (ουσιαστικοποιημένο) άτομο που μιλάει βραδέως και συνεπώς λίγο, αργός ομιλητής
     συνώνυμα: Λάκωνας, λακωνικός, λιγομίλητος, ολιγόλογος

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βραδύγλωσσος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. βραδύγλωσσος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βραδύγλωσσος < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

βραδύγλωσσος