βόρδων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βόρδων βόρδωνε βόρδωνες
Γενική βόρδωνος βορδώνοιν βορδώνων
Δοτική βόρδωνι βορδώνοιν βόρδωσι(ν)
Αιτιατική βόρδωνα βόρδωνε βόρδωνας
Κλητική βόρδων βόρδωνε βόρδωνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόρδων < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βόρδων αρσενικό

  • (ζωολογία) μουλάρι
    Τὸ δὲ διὰ τοῦ οὔρου τοῦ βόρδωνος σκευαζόμενον ἐφέλκεται μὲν τούτου γενναιότερον, ἁρμόζει δὲ μᾶλλον τοῖς παχέσι τε καὶ ὠμοτέροις ῥεύμασι καὶ πολλῷ δὴ μᾶλλον ἐπειδὰν προκαταπλασθέντα τύχῃ τῇ χαμαιμήλῳ, χλωρᾷ μὲν καὶ μόνῃ καὶ μετὰ στέατος χοιρείου προσφάτου, ξηρᾷ δὲ σὺν αὐτῷ τούτῳ καὶ τοῖς ἐκ κυάμου ἀλεύροις, καὶ ὑδρελαίου βραχύ τι καὶ γλυκέος προσειληφόσιν. (Αέτιος ο Αμιδηνός, Ιατρικών, Βιβλίον 7, 51, 2-7)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]