γαλακτοκομικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γαλακτοκομικός γαλακτοκομική γαλακτοκομικό
γενική γαλακτοκομικού γαλακτοκομικής γαλακτοκομικού
αιτιατική γαλακτοκομικό γαλακτοκομική γαλακτοκομικό
κλητική γαλακτοκομικέ γαλακτοκομική γαλακτοκομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γαλακτοκομικοί γαλακτοκομικές γαλακτοκομικά
γενική γαλακτοκομικών γαλακτοκομικών γαλακτοκομικών
αιτιατική γαλακτοκομικούς γαλακτοκομικές γαλακτοκομικά
κλητική γαλακτοκομικοί γαλακτοκομικές γαλακτοκομικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλακτοκομικός < γαλακτοκομία + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γαλακτοκομικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στη γαλακτοκομία και τα παράγωγα προϊόντα του γάλακτος (τυριά, γιαούρτια, βούτυρο)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]