δίπρακτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δίπρακτος δίπρακτη δίπρακτο
γενική δίπρακτου δίπρακτης δίπρακτου
αιτιατική δίπρακτο δίπρακτη δίπρακτο
κλητική δίπρακτε δίπρακτη δίπρακτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίπρακτοι δίπρακτες δίπρακτα
γενική δίπρακτων δίπρακτων δίπρακτων
αιτιατική δίπρακτους δίπρακτες δίπρακτα
κλητική δίπρακτοι δίπρακτες δίπρακτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίπρακτος < δι- + πράξη + -τος < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική zweiaktig

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δίπρακτος

  1. (θέατρο) που έχει δύο πράξεις, δύο μέρη
  2. (ουσιαστικοποιημένο) δίπρακτο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]