διαιρέτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαιρέτης διαιρέτες
γενική διαιρέτη διαιρετών
αιτιατική διαιρέτη διαιρέτες
κλητική διαιρέτη διαιρέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαιρέτης < αρχαία ελληνική διαιρέτης < διαιρῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαιρέτης αρσενικό

  1. (μαθηματικά) σε κλασματική παράσταση, ο παρονομαστής του κλάσματος
    στα καταχρηστικά κλάσματα ο διαιρέτης είναι μικρότερος από τον διαιρετέο
  2. (μαθηματικά) αριθμός ο οποίος διαιρεί ακριβώς έναν άλλο χωρίς να αφήνει υπόλοιπο
    οι πρώτοι αριθμοί έχουν ως διαιρέτες μόνον τον εαυτό τους και τη μονάδα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]