διαιρέτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαιρέτης διαιρέτες
γενική διαιρέτη διαιρετών
αιτιατική διαιρέτη διαιρέτες
κλητική διαιρέτη διαιρέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαιρέτης < αρχαία ελληνική διαιρέτης < διαιρῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαιρέτης αρσενικό

  1. (μαθηματικά) σε κλασματική παράσταση, ο παρονομαστής του κλάσματος
    στα καταχρηστικά κλάσματα ο διαιρέτης είναι μικρότερος από τον διαιρετέο
  2. (μαθηματικά) αριθμός ο οποίος διαιρεί ακριβώς έναν άλλο χωρίς να αφήνει υπόλοιπο
    οι πρώτοι αριθμοί έχουν ως διαιρέτες μόνον τον εαυτό τους και τη μονάδα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]