Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαιρέτης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διαιρέτης οι διαιρέτες
      γενική του διαιρέτη των διαιρετών
    αιτιατική τον διαιρέτη τους διαιρέτες
     κλητική διαιρέτη διαιρέτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαιρέτης < αρχαία ελληνική διαιρέτης < διαιρῶ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διαιρέτης αρσενικό

  1. (αριθμητική) σε κλασματική παράσταση, ο παρονομαστής του κλάσματος
    στα καταχρηστικά κλάσματα ο διαιρέτης είναι μικρότερος από τον διαιρετέο
  2. (αριθμητική) αριθμός ο οποίος διαιρεί ακριβώς έναν άλλο χωρίς να αφήνει υπόλοιπο
    οι πρώτοι αριθμοί έχουν ως διαιρέτες μόνον τον εαυτό τους και τη μονάδα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική διαιρέτης οἱ διαιρέται
      γενική τοῦ διαιρέτου τῶν διαιρετῶν
      δοτική τῷ διαιρέτ τοῖς διαιρέταις
    αιτιατική τὸν διαιρέτην τοὺς διαιρέτᾱς
     κλητική ! διαιρέτ διαιρέται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διαιρέτ
γεν-δοτ τοῖν  διαιρέταιν
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'τοξότης' όπως «τοξότης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαιρέτης < διαιρῶ + -της

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διαιρέτης αρσενικό (ελληνιστική κοινή)