διασκόπηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διασκόπηση διασκοπήσεις
γενική διασκόπησης
& διασκοπήσεως
διασκοπήσεων
αιτιατική διασκόπηση διασκοπήσεις
κλητική διασκόπηση διασκοπήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασκόπηση < καθαρεύουσα διασκόπησις < αρχαία ελληνική διασκοπέω + -σις < σκοπέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διασκόπηση θηλυκό

  1. η προσεκτική εξέταση
  2. (γεωλογία) η εξέταση του υπεδάφους, με σκοπό την διακρίβωση της δομής του ή την εύρεση κοιτασμάτων (υδρογονονανθράκων, μεταλλευμάτων κ.ά.)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γεωδιασκόπηση
    Την ίδια ώρα αποκαλύπτεται ότι η γεωφυσική διασκόπηση που έγινε πριν από έναν χρόνο από τον αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Γεωπληροφορικής και Τοπογραφίας του ΤΕΙ Σερρών Κωνσταντίνο Παπαθεοδώρου έδειξε ότι στο εσωτερικό υπάρχουν τρεις χώροι και οι αρχαιολόγοι ελπίζουν τώρα να μην έχει καταρρεύσει η οροφή και να μη γέμισε ο χώρος με τόνους χώματα, γιατί αυτό θα καθυστερήσει αρκετά την είσοδό τους στον τάφο. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]