διχοτομικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]διχοτομικός
- που έχει σχέση με τη διχοτόμο ή τη διχοτόμηση ή αναφέρεται σ’ αυτές
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διχοτομικός