εγγονή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγγονή εγγονές
γενική εγγονής (εγγονών)
αιτιατική εγγονή εγγονές
κλητική εγγονή εγγονές
Η γεν. πληθ. ταυτίζεται με αυτήν του αρσεν. εγγονός

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγγονή < θηλυκό του εγγονός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εγγονή θηλυκό και εγγόνα

  1. η κόρη του παιδιού κάποιου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]